θεριεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεριεύω < θεριό + -εύω. Δείτε θηρίο, θήρ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θεɾˈʝε.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

θεριεύω, πρτ.: θέριευα, αόρ.: θέριεψα, μτχ.π.π.: θεριεμένος, χωρίς παθητική φωνή (αμετάβατο)

  1. γίνομαι άγριος
     συνώνυμα: θεριακώνω (δημοτική)
    1. (για ζώα) γίνομαι πιο άγριος και επιθετικός
    2. (για ανθρώπους) γίνομαι άγριος σαν θηρίο από θυμό
       συνώνυμα: εξοργίζομαι
    3. (για φυτά) αναπτύσσομαι γρήγορα και παίρνω υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις
       συνώνυμα: φουντώνω, γιγαντώνομαι
      δυο μήνες είχε να πατήσει στο χτήμα με τις ελιές και βρήκε τα χορτάρια να έχουν θεριέψει
    4. (για τα στοιχεία της φύσης, για πληγή) δυναμώνω απειλητικά
      θέριεψε το κύμα, η θάλασσα αγρίεψε
  2. γίνομαι πιο δυνατός, πιο γενναίος
     συνώνυμα: αντρειώνομαι, γιγαντώνομαι
    ※  Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, — εκεί που πάει να σκύψει
    με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,
    Νά τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει
    και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.
    Γιάννης Ρίτσος, «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», Ποιητική συλλογή Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1968-1970) Ποιήματα. 1963-1972, τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σ. 160
    1. ανακτώ τις δυνάμεις μου, εντείνω τις δυνάμεις μου μπροστά σε κίνδυνο
    2. (για συναισθήματα, επιχειρήσεις) γιγαντώνομαι, μεγαλώνω
      θεριεύει η αγάπη, ο πόνος
      ξεκίνησε με ένα μικρό μαγαζάκι και μετά οι δουλειές του θέριεψαν κι έγινε μεγαλοεπιχειρηματίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

και για τη σημασία «γίνομαι άγριος»