γενναίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γενναῖος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γενναίος γενναία γενναίο
γενική γενναίου γενναίας γενναίου
αιτιατική γενναίο γενναία γενναίο
κλητική γενναίε γενναία γενναίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γενναίοι γενναίες γενναία
γενική γενναίων γενναίων γενναίων
αιτιατική γενναίους γενναίες γενναία
κλητική γενναίοι γενναίες γενναία

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γενναίος < αρχαία ελληνική γενναῖος < γέν-ος ή γέννα

Επίθετο[επεξεργασία]

γενναίος

  1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος
     συνώνυμα: ανδρείος, ατρόμητος, άφοβος
     αντώνυμα: δειλός
  2. πλουσιοπάροχος, γενναιόδωρος
    ο υπουργός υποσχέθηκε γενναίες αυξήσεις στους μισθωτούς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]