brave

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

brave (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

brave (en)

  • ξεπερνώ τον (αρχικό) φόβο μου και τολμώ



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

brave < ιταλική bravo και ισπανική bravo < λατινική barbarus, βάρβαρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bʁav/
brave 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
brave braves

brave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γενναίος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: lâche, peureux
  2. αγαθός, τίμιος και απλοϊκός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: malhonnête, mauvais

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
brave braves

brave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ίντο (io) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

brave (io)