δυναμώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναμώνω < μεταγενέστερη ελληνική δυναμῶ (δυναμόω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.na.ˈmɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δυναμώνω

  1. αυξάνω τη δύναμη σε κάτι/κάποιον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ενισχύω, ισχυροποιώ, τονώνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδυνατίζω, αποδυναμώνω, εξασθενίζω
  2. αυξάνω την ένταση του ήχου
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: χαμηλώνω
  3. βελτιώνω την απόδοση κάποιου
  4. γίνομαι πιο δυνατός, αποκτώ περισσότερη σωματική δύναμη
  5. αποκτώ δυνάμεις μετά από ασθένεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναρρώνω
  6. αποκτώ μεγαλύτερη ένταση ή ισχύ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]