ανακτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακτώ < αρχαία ελληνική ἀνακτῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανακτώ, πρτ.: ανακτούσα, στ.μέλλ.: θα ανακτήσω, αόρ.: ανέκτησα, παθ.φωνή: ανακτώμαι, μτχ.π.π.: ανακτημένος

  1. αποκτώ ξανά κάτι που είχα χάσει, το κάνω ξανά δικό μου
    επί Ιουστινιανού η αυτοκρατορία ανέκτησε ένα μεγάλο μέρος από τα εδάφη της
  2. (μεταφορικά)
    ανακτώ τις αισθήσεις μου μετά από λιποθυμία
  3. (πληροφορική) επαναφέρω τα δεδομένα μου μετά από καταστροφή του σκληρού δίσκου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]