ξανά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξανά < ἐξανά- ( < ἐξ + ἀνά) στην αρχή ρημάτων της αρχαίας ελληνικής όπως π.χ. το ἐξαναπληρόω-ῶ (αναπληρώνω εντελώς) και ἐξανευρίσκω (σκαρφίζομαι) που δήλωναν επανάληψη της διάθεσης του ρήματος. Με έκπτωση του αρχικού ε και αποχωρισμό του ξανα διαμορφώθηκε αυτοτελής πρόθεση που λόγω της χαλαρής σύνδεσής της με το ρήμα (βρίσκω ξανά, ξαναβρίσκω) κατέληξε επίρρημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksa.ˈna/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ξανά

  1. για μια ακόμη φορά, πάλι
  2. ως πρώτο συνθετικό σε πολλές λέξεις για να δείξει την επανάληψη, σε άλλες απο τις οποίες έχει αντικαταστήσει το ἀνά ενώ σε άλλες αποτελεί νεολογισμό
  3. με το μανά δείχνει τη διαρκή επανάληψη, την κουραστική ή εκνευριστική (ξανά-μανά)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]