again

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

again (en) (χωρίς παραθετικά)

  • ξανά, πάλι
    We cannot trust them again.
    Δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε ξανά.
    Open it again.
    Άνοιξε το πάλι.

Πηγές[επεξεργασία]