θεριό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεριό θεριά
γενική θεριού θεριών
αιτιατική θεριό θεριά
κλητική θεριό θεριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεριό < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεριό ουδέτερο

  1. το θηρίο
  2. (μεταφορικά) κάποιος ή κάτι με ασυγκράτητη δύναμη
  3. (παρωχημένο) έτσι αποκαλούσαν το πρώτο τρένο στην Ελλάδα που έκανε τη γραμμή Αθήνα-Πειραιάς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]