Μετάβαση στο περιεχόμενο

θεριό

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: θερίο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θεριό τα θεριά
      γενική του θεριού των θεριών
    αιτιατική το θεριό τα θεριά
     κλητική θεριό θεριά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεριό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θεριό(ν) < αρχαία ελληνική θηρίον με συνίζηση.[1] Συγκρίνετε με το θηρίο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θeɾˈʝo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θεριό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεριό ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) το θηρίο
  2. (μεταφορικά) κάποιος ή κάτι με ασυγκράτητη δύναμη ή αγριότητα
    παράδειγμα  είναι θεριό ανήμερο
      —Ζορμπά [...] Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι.
      —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω....
    ( Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με θερι-, συχνά λογοτεχνικού ύφους ή και θηρι-

με θέμα θηρι-  δείτε τη λέξη θηρίο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεριό < θηρίον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θηρίον με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεριό ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με θερι- (ή και θηρι-)

Αναφορές

[επεξεργασία]