φυλακισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική φυλακισμένος φυλακισμένη φυλακισμένο
γενική φυλακισμένου φυλακισμένης φυλακισμένου
αιτιατική φυλακισμένο φυλακισμένη φυλακισμένο
κλητική φυλακισμένε φυλακισμένη φυλακισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυλακισμένοι φυλακισμένες φυλακισμένα
γενική φυλακισμένων φυλακισμένων φυλακισμένων
αιτιατική φυλακισμένους φυλακισμένες φυλακισμένα
κλητική φυλακισμένοι φυλακισμένες φυλακισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυλακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φυλακίζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[]

φυλακισμένος, η, ο

  1. που βρίσκεται στη φυλακή ή σε χώρο που περιορίζει την ελευθερία του
  2. (μεταφορικά) ο δέσμιος, ο παγιδευμένος, που ζει σαν να βρίσκεται έκγλειστος σε φυλακή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]