ρέψιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέψιμο <
  1. ρεύομαι
  2. ρεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρέψιμο ουδέτερο

  1. η απελευθέρωση αέρα κυρίως από τον οισοφάγο και το στομάχι μέσω του στόματος, η ερυγή
  2. η κατάρρευση (φυσική ή ψυχολογική)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]