οισοφάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οισοφάγος οισοφάγοι
γενική οισοφάγου οισοφάγων
αιτιατική οισοφάγο οισοφάγους
κλητική οισοφάγε οισοφάγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οισοφάγος < αρχαία ελληνική οἰσοφάγος < οἴσω (μέλλοντας του φέρω) + -φάγος (< ἔφαγον, αόριστος του ἐσθίω, τρώγω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.sɔ.ˈfa.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οισοφάγος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]