ντυμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ντυμένος ντυμένη ντυμένο
γενική ντυμένου ντυμένης ντυμένου
αιτιατική ντυμένο ντυμένη ντυμένο
κλητική ντυμένε ντυμένη ντυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ντυμένοι ντυμένες ντυμένα
γενική ντυμένων ντυμένων ντυμένων
αιτιατική ντυμένους ντυμένες ντυμένα
κλητική ντυμένοι ντυμένες ντυμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ντυμένος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]