rouge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενικός πληθυντικός
rouge rouges

rouge (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κόκκινος, ερυθρός
    il est rouge - είναι κόκκινος
    il est devenu tout rouge - έγινε κατακόκκινος
  2. κομουνιστής ή επαναστάτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
rouge rouges

rouge (fr) αρσενικό

  1. το κόκκινο χρώμα
  2. (κατ’ επέκταση) το κόκκινο φως στην κυκλοφορία
    il est passé au rouge - πέρασε με το κόκκινο
  3. (οικείο) το κρασί
    un petit verre de rouge - ένα κρασάκι/ένα ποτηράκι κρασί
  4. rouge à lèvres, rouge - το κραγιόν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]