πράσινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πράσινο πράσινα
γενική πράσινου πράσινων
αιτιατική πράσινο πράσινα
κλητική πράσινο πράσινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσινο: ουδέτερο του πράσινος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾa.si.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράσινο ουδέτερο

  1. το πράσινο χρώμα, το χρώμα της χλωροφύλλης
    πράσινο (χρώμα):    
    τι χρώμα είναι το στυλό σου; Πράσινο
  2. (συνεκδοχικά) η χλωρίδα, η βλάστηση μιας περιοχής
    έχει πολύ πράσινο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρασινάδα
  3. το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

πράσινο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]