πράσινος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πράσινος πράσινη πράσινο
γενική πράσινου πράσινης πράσινου
αιτιατική πράσινο πράσινη πράσινο
κλητική πράσινε πράσινη πράσινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πράσινοι πράσινες πράσινα
γενική πράσινων πράσινων πράσινων
αιτιατική πράσινους πράσινες πράσινα
κλητική πράσινοι πράσινες πράσινα
Διάφορες αποχρώσεις του πράσινου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσινος < αρχαία ελληνική πράσινος (4α. (σημασιολογικό δάνειο) (γερμανικά) Grünen)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πράσινος, -η, -ο

  1. που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών
    πράσινος (χρώμα):   
  2. χλωρός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινο:
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινοι:

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Πράσινα άλογα: λέγεται για απίστευτα, παράλογα πράγματα
  • ανάβει το πράσινο φως:

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πράσινος πρασίνη πράσινον πράσινοι πράσιναι πράσινα
Γενική πρασίνου πρασίνης πρασίνου πρασίνων πρασίνων πρασίνων
Δοτική πρασίνῳ πρασίνῃ πρασίνῳ πρασίνοις πρασίναις πρασίνοις
Αιτιατική πράσινον πρασίνην πράσινον πρασίνους πρασίνας πράσινα
Κλητική πράσινε πρασίνη πράσινον πράσινοι πράσιναι πράσινα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πρασίνω πρασίνα
Γενική-Δοτική πρασίνοιν πρασίναιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσινος < πράσον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πράσινος, -η, -ον (πράσῐνος)

  1. που έχει το χρώμα του πράσου