πράσινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Πράσινος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πράσινος η πράσινη το πράσινο
      γενική του πράσινου της πράσινης του πράσινου
    αιτιατική τον πράσινο την πράσινη το πράσινο
     κλητική πράσινε πράσινη πράσινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πράσινοι οι πράσινες τα πράσινα
      γενική των πράσινων των πράσινων των πράσινων
    αιτιατική τους πράσινους τις πράσινες τα πράσινα
     κλητική πράσινοι πράσινες πράσινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Διάφορες αποχρώσεις του πράσινου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσινος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πράσινος
για τους οικολόγους πράσινους < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Grünen

Επίθετο[επεξεργασία]

πράσινος, -η, -ο

  1. που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών
    πράσινος (χρώμα):   
  2. χλωρός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινο:
    1. το πράσινο χρώμα
    2. (συνεκδοχικά) η χλωρίδα
    3. το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο)
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινοι:
    1. (πολιτική) κόμμα που έχει ψηλά στην πολιτική του ατζέντα τα περιβαλλοντικά ζητήματα
    2. (ιστορία) αθλητική ομάδα του ιπποδρόμου στο Βυζάντιο
    3. παρατσούκλι ομάδων που έχουν το πράσινο χρώμα στις φανέλες τους
  5. 3 παρατσούκλι των φιλάθλων ή οπαδών των παραπάνω ομάδων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

και

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

σχετικά χρώματα:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πράσινος τὸ πράσινον
      γενική τοῦ/τῆς πρασίνου τοῦ πρασίνου
      δοτική τῷ/τῇ πρασίν τῷ πρασίν
    αιτιατική τὸν/τὴν πράσινον τὸ πράσινον
     κλητική ! πράσινε πράσινον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πράσινοι τὰ πράσιν
      γενική τῶν πρασίνων τῶν πρασίνων
      δοτική τοῖς/ταῖς πρασίνοις τοῖς πρασίνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς πρασίνους τὰ πράσιν
     κλητική ! πράσινοι πράσιν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πρασίνω τὼ πρασίνω
      γεν-δοτ τοῖν πρασίνοιν τοῖν πρασίνοιν
2η κλίση, ομάδα 'δύσκολος', Κατηγορία όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσινος < πράσον • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

πράσινος, -ος, -ον (πράσῐνος)

Πηγές[επεξεργασία]