παρατσούκλι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | παρατσούκλι | τα | παρατσούκλια |
| γενική | του | παρατσουκλιού | των | παρατσουκλιών |
| αιτιατική | το | παρατσούκλι | τα | παρατσούκλια |
| κλητική | παρατσούκλι | παρατσούκλια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρατσούκλι < μεσαιωνική ελληνική παρατσούκλιον (ίσως: < (ελληνιστική κοινή) < τίτλος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παρατσούκλι ουδέτερο
- ένα μοναδικό και συνήθως περίεργο όνομα, δημιουργημένο από μία παρέα ή ομάδα, που πολλές φορές βασίζεται σε κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου ή ιδιαίτερο σημείο αναφοράς στη ζωή του με το οποίο τον αποκαλούν κοροϊδευτικά, φιλικά ή χαϊδευτικά είτε χάριν συντομίας είτε και ως κώδικοποιημένο τρόπο αναφοράς σε αυτόν
- ※ Έλεγε ο Αντώνης τις αντιρρήσεις του, αλλά ποιός δίνει σημασία σ'έναν που απ' την εξορία ακόμα ήταν μόνιμος αντιρρησίας και αμφισβητίας , ενώ πάντα δήλωνε κομμουνιστής .... Στο τέλος του κόλλησαν το παρατσούκλι Αντώνης ο σεχτάρ, μέχρι που αγανάκτησε, υπέγραψε και βγήκε. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Μια ζωή-μια μέρα, ανακτήθηκε στις 8/4/2026, σελ. 24 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρατσούκλι
|