πράσον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πράσον πράσω πράσα
Γενική πράσου πράσοιν πράσων
Δοτική πράσ πράσοιν πράσοις
Αιτιατική πράσον πράσω πράσα
Κλητική πράσον πράσω πράσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράσον < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράσον ουδέτερο

  1. (βοτανική) πράσο
  2. (βοτανική) θαλάσσιο φυτό που μοιάζει με το πράσο