Μετάβαση στο περιεχόμενο

verde

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbeɾ.de/

Επίθετο

[επεξεργασία]

verde (es) (μπέρδε)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

verde (it)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

verde (pt) αρσενικό

  1. το πράσινο χρώμα

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
verde verdes

verde (pt)

  1. πράσινος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

branco, preto, vermelho, amarelo, verde, azul