amarelo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amarelo (pt) αρσενικό

  1. το κίτρινο χρώμα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό amarelo amarelos
θηλυκό amarela amarelas

amarelo (pt)

  1. κίτρινος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

branco, preto, vermelho, amarelo, verde, azul