green
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | green |
| συγκριτικός | greener |
| υπερθετικός | greenest |
green (en)
- πράσινος, που έχει το χρώμα των φύλλων, του χόρτου
a green shirt/book - πράσινο πουκάμισο/βιβλίο
big green eyes - μεγάλα πράσινα μάτια
The light turned/switched green.
- Άναψε το πράσινο φως.
On green we go, on red we stop.
- Με πράσινο περνάμε, με κόκκινο σταματάμε.
- πράσινος, που είναι χλωρός
the green slopes of the hill/of the mountain - οι πράσινες πλαγιές του λόφου/του βουνού
- πράσινος, άγουρος
- πράσινος, οικολόγος, που συνδέεται με την προστασία του περιβάλλοντος· που υποστηρίζει την προστασία του περιβάλλοντος ως αρχή
Conversion of energy from solar to electrical is important for green technology.
- Η μετατροπή ενέργειας από ηλιακή σε ηλεκτρική είναι σημαντική για την πράσινη τεχνολογία.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| green | greens |
green (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, χρώμα) το πράσινο
Green is a basic color.
- Το πράσινο είναι βασικό χρώμα.
Green is the color of hope.
- Το πράσινο είναι το χρώμα της ελπίδας.
- (μόνο πληθυντικός) τα λαχανικά
Eat your greens!
- Φάε τα λαχανικά σου!
- το πράσινο, το γήπεδο με γρασίδι
Did the ball land on the green?
- Η μπάλα έπεσε στο πράσινο;