χλοερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χλοερός χλοερή χλοερό
γενική χλοερού χλοερής χλοερού
αιτιατική χλοερό χλοερή χλοερό
κλητική χλοερέ χλοερή χλοερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χλοεροί χλοερές χλοερά
γενική χλοερών χλοερών χλοερών
αιτιατική χλοερούς χλοερές χλοερά
κλητική χλοεροί χλοερές χλοερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλοερός < αρχαία ελληνική χλοερός (πράσινος, χλωρός) < χλόη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xlɔ.ɛ.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xlɔ.ɛ.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xlɔ.ɛ.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χλοερός

  1. που είναι σκεπασμένος με χλόη, ο γεμάτος χλόη
  2. (κατ’ επέκταση) καταπράσινος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]