ακτίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτίνα οι ακτίνες
      γενική της ακτίνας των ακτίνων
    αιτιατική την ακτίνα τις ακτίνες
     κλητική ακτίνα ακτίνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτίνα < ελληνιστική κοινή ἀκτῖνα < αρχαία ελληνική ἀκτίς μέσω της αιτιατικής ἀκτῖνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτίνα θηλυκό

  1. γραμμή φωτός (ή παρόμοιας ακτινοβολίας)
    Οι ακτίνες του ήλιου.
    οι ακτίνες Χ
  2. (γεωμετρία) το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο του κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του, η ημιδιάμετρος του κύκλου
    • το μέτρο αυτού του τμήματος
  3. (κατ' επέκταση) απόσταση που περιγράφει το εύρος μιας επιφάνειας
    η έκρηξη προκάλεσε καταστροφές σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]