χιλιοστόμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιλιοστόμετρο χιλιοστόμετρα
γενική χιλιοστομέτρου
& χιλιοστόμετρου
χιλιοστομέτρων
& χιλιοστόμετρων
αιτιατική χιλιοστόμετρο χιλιοστόμετρα
κλητική χιλιοστόμετρο χιλιοστόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χιλιοστόμετρο < χιλιοστό + μέτρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χιλιοστόμετρο ουδέτερο

  1. (φυσική): μονάδα μήκους ίση με ένα χιλιοστό του μέτρου


32πχ Μεταφράσεις[]