φανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

αστραφτερος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φανός φανοί
γενική φανού φανών
αιτιατική φανό φανούς
κλητική φανέ φανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φανός < αρχαία ελληνική φανός < φαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φανός αρσενικό

φανάρι, φώς
φανός θυέλλης (υαλόφρακτος για να μην σβήνει η εσωτερική λυχνία από τον αέρα ή το νερό)
φανός πέδησης (τα πίσω φώτα που ανάβουν όταν φρενάρει το όχημα)
φανοί πορείας (κλίμακα στα φώτα, στους προβολείς του αυτοκινήτου)
φανοί ομίχλης (τα φώτα ομίχλης στο αυτοκίνητο αλλά και σε φορητά φανάρια για παρόμοιες συνθήκες)
φανοί λιμένος (οι φάροι στα λιμάνια)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Τον υποδέχτηκαν μετά φανών και λαμπάδων (πανηγυρικά, αλλά συνήθως με ειρωνική διάθεση, από τους παλαιού τύπου επίσημους φανούς που περιβάλλονταν από γυαλί}

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φανός < φαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φανός συνήθως αρσενικό

πυρσός από ξύλα πεύκης, δαδί, λυχνάρι. Στο θηλυκό, ἡ φανή σήμαινε τον πυρσό, αλλά και την πομπή με πυρσούς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φανός, φανή, φανόν

λαμπερός, αστραφτερός, χαρωπός, επιφανής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

στην αρχαία ελληνική

  • φαντός, ή, όν (ο ορατός) (το νεοελληνικό φαντός παράγεται από το υφαντός)
  • ὁ Φάνης, του Φάνητος (Ορφική θεότητα)
  • ὁ Φᾶνος (γιος του Διόνυσου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

στη νεοελληνική και στην αρχαία