light
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | light |
| συγκριτικός | lighter |
| υπερθετικός | lightest |
light (en)
- ανοιχτός, για χρώματα
- φωτεινός, που είναι γεμάτος φως
- ελαφρύς, που έχει μικρό βάρος και γι΄ αυτό εύκολα τον μετατοπίζουν ή τον σηκώνουν
- (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) ελαφρύς, ανάλαφρος, λεπτός ή λιγότερος από το συνηθισμένο βάρος
- χρησιμοποιείται με μονάδα βάρους για να πει ότι κάτι ζυγίζει λιγότερο από ό,τι θα έπρεπε
This sack of potatoes is five kilos light.
- Αυτό το σακί πατάτες είναι πέντε κιλά λιγότερο από το κανονικό.
- (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) ελαφρύς, ανάλαφρος, απαλός και χωρίς βάρος· που δεν χρησιμοποιεί πολλή δύναμη
- (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) ελαφρύς, που δεν προκαλεί ιδιαίτερη κούραση
light work - ελαφριές δουλειές
light effort - ελαφριά προσπάθεια
- ελαφρύς, που δεν είναι μεγάλο σε ποσότητα, βαθμό κτλ.
- ελαφρύς, που είναι διασκεδαστικός παρά σοβαρός και δεν χρειάζεται πολλή πνευματική προσπάθεια
a light comedy - ελαφρά κωμωδία
light reading - ελαφρύ διάβασμα
Give him something lighter to read; he won’t understand this.
- Δώσ΄ του κάτι πιο ελαφρύ να διαβάσει· αυτό δε θα το καταλάβει.
- ελαφρύς, όχι σοβαρός
a light cold - ελαφρύ κρυολόγημα
- ελαφρύς, όχι αυστηρός
a light punishment - ελαφρά τιμωρία
- ελαφρύς, για ένα γεύμα που είναι μικρό σε ποσότητα
a light dinner - ελαφρό δείπνο
- ελαφρύς, που δεν περιέχει πολύ λίπος, ζάχαρη ή άλλα βαριά συστατικά και έτσι είναι ευκολοχώνευτος
light milk - γάλα ελαφρύ
light foods - ελαφριά φαγητά
- ελαφρύς, μικρή περιεκτικότητα σε αλκοόλ
light wine - ελαφρύ κρασί
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ελαφρύς, για στρατιώτες που φέρουν μόνο ελαφρύ οπλισμό
light cavalry/infantry - ελαφρό ιππικό/πεζικό
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ελαφρύς, που ξυπνάει εύκολα
He hears everything because he is a light sleeper.
- Ακούει τα πάντα γιατί έχει ελαφρύ ύπνο.
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | light |
| συγκριτικός | lighter |
| υπερθετικός | lightest |
light (en)
- ελαφρά, που ξυπνάει εύκολα
I sleep light.
- Κοιμάμαι ελαφρά.
- χωρίς ή με λίγες αποσκευές
I travel light.
- Ταξιδεύω χωρίς αποσκευές.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| light | lights |
light (en)
- (φυσική) το φως, ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό
sunlight - φως του ήλιου
- το φως, το φωτιστικό, η σκευή φωτισμού
- (μεταφορικά) το φως (πληροφόρηση, γνώση)
Could you shed some light on the issue?
- Μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
- το φως (δημοσιότητα)
Today, the content of the controversial letter came to light.
- Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | light |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | lights |
| αόριστος | lit, lighted |
| παθητική μετοχή | lit, lighted |
| ενεργητική μετοχή | lighting |
light (en)
- (μεταβατικό) ανάβω, βάζω φωτιά σε υλικά που καίγονται
I lit the fire.
- Άναψα τη φωτιά.
- (αμετάβατο) ανάβω, που αρχίζει να καίγεται
The wood is wet and won’t light.
- Τα ξύλα είναι υγρά και δεν ανάβουν.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) φωτίζω, ρίχνω φως σε κάτι
Our streets are lit by electricity.
- Οι δρόμοι μας φωτίζονται με ηλεκτρισμό.
The moon lit the night brightly.
- Το φεγγάρι φώτιζε φωτεινά τη νύχτα.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- light (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- light (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- light (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- light (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 955-956. ISBN 9780194325684., λήμμα: φως