φωτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτίζω < αρχαία ελληνική φωτίζω < φῶς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φωτίζω , πρτ.: φώτιζα, στ.μέλλ.: θα φωτίσω, αόρ.: φώτισα, παθ.φωνή: φωτίζομαι, μτχ.π.π.: φωτισμένος

  1. ρίχνω φως σε κάτι ώστε να γίνει ορατό
    φώτισέ μου λίγο εδώ με το φακό
  2. διαφωτίζω, προσφέρω φώτιση
  3. αποκαλύπτω, ξεδιαλύνω, καθιστώ κάτι πιο εύληπτο και κατανοητό
  4. (απρόσωπο) χαράζει (στο 3ο πρόσωπο)

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτίζω < φῶς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φωτίζω

  1. φωτίζω
    • παρέχω ή εκπέμπω φως
    • (μεταφορικά) αποκαλύπτω, γνωστοποιώ, δημοσιεύω