δημοσιότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δημοσιότητα < (καθαρεύουσα) δημοσιότης < δημόσιος + -ότης (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική publicité)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.mo.siˈo.ti.ta/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δημοσιότητα θηλυκό
- η δημοσίευση ενός θέματος (ή η προβολή ενός ανθρώπου) και η συνακόλουθη γνωστοποίησή του (ευρέως)
- ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βλέπω το φως της δημοσιότητας: δημοσιεύομαι, γνωστοποιούμαι
- (όλα) τα φλας της δημοσιότητας: το έντονο δημοσιογραφικό ή ευρύτερο ενδιαφέρον για κάποιο ζήτημα ή πρόσωπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)