γκάμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκάμα γκάμες
γενική γκάμας
αιτιατική γκάμα γκάμες
κλητική γκάμα γκάμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκάμα < ιταλική gamme < αρχαία ελληνική γάμμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκάμα θηλυκό

  1. (μουσική) (παρωχημένο) η κλίμακα
  2. εύρος, σύνολο πραγμάτων, αλλά και ιδεών, δυνατοτήτων, ιδιοτήτων, που συχνά παρουσιάζονται ή εκτίθενται στη σειρά, κλιμακωτά.
    Η εταιρεία παρουσίασε όλη τη γκάμα των φετινών μοντέλων της.
    Αφού μελέτησα προσεκτικά μια μεγάλη γκάμα αποχρώσεων στο δειγματολόγιο, αποφάσισα ποιο ήταν το χρώμα το πιο ταιριαστό χρώμα για το υπνοδωμάτιο.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η μουσική κλίμακα παλιότερα είχε ως πρώτη νότα το σολ, που συμβολίζεται με το λατινικό γράμμα G, αντιστοιχιζόμενο στο ελληνικό γάμμα, οπότε συνεκδοχικά σήμαινε και ολόκληρη την κλίμακα

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]