scale
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| scale | scales |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]scale (en)
- (μη μετρήσιμο, ενικός) η κλίμακα, η έκταση του κάτι
It was corruption on a grand scale.
- Ήταν διαφθορά σε μεγάλη κλίμακα.
The news quickly became known on a wide scale.
- Η είδηση έγινε ταχύτατα γνωστή σε ευρεία κλίμακα.
Western consumerism is unsustainable on a global scale.
- Ο δυτικός καταναλωτισμός είναι μη βιώσιμος σε παγκόσμια κλίμακα.
Companies are borrowing on a massive scale.
- Οι εταιρείες δανείζονται σε τεράστια κλίμακα.
It was impossible to comprehend the full scale of the disaster.
- Ήταν αδύνατο να κατανοήσει κανείς την πλήρη έκταση της καταστροφής.
The scale of the problem is difficult to measure.
- Η έκταση του προβλήματος είναι δύσκολο να μετρηθεί.
- η κλίμακα, η διαβάθμιση, σειρά αριθμών που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση κάτι
We evaluate performance on a scale from 1 to 10.
- Αξιολογούμε την απόδοση σε κλίμακα από 1 έως 10.
There was a seismic shock measuring 5 points on the Richter scale.
- Έγινε σεισμική δόνηση πέντε βαθμών στην κλίμακα Ρίχτερ.
- η ζυγαριά
I weighed myself on the bathroom scale this morning.
- Ζυγίστηκα στην ζυγαριά του μπάνιου το πρωί.
- η κλίμακα, η αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στο πραγματικό μέγεθος και στο εικονιζόμενο σχέδιο
a map of the area at a scale of 1 to 5,000 (1:5,000) - χάρτης της περιοχής σε κλίμακα 1 προς 5.000 (1:5.000)
- (μουσική) η μουσική κλίμακα, η σκάλα
a major/minor scale - ελάσσων/μείζων κλίμακα
I am playing scales on the piano.
- Παίζω κλίμακες στο πιάνο.
- το λέπι
The fish has green scales.
- Το ψάρι έχει πράσινα λέπια.
- (μη μετρήσιμο) τα άλατα που περιέχει το νερό και συσσωρεύονται οπουδήποτε
Σύνθετα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]scale (it)
- η διαβάθμιση
- η κλίμακα
- η σκάλα