μεγαλόσωμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεγαλόσωμος < ελληνιστική κοινή < μεγαλο- + -σωμος < μεγάλος + σώμα (κτητικό σύνθετο)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.ɣaˈlo.so.mos/
Επίθετο
[επεξεργασία]μεγαλόσωμος, -η, -ο
- (για άνθρωπο ή ζώο) που έχει μεγάλο ύψος και μεγάλο σωματικό όγκο
- ※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μεγαλο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σωμος (νέα ελληνικά)
- Κτητικά σύνθετα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)