application
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| application | applications |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]application (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αίτηση, ένα επίσημο (συχνά γραπτό) αίτημα για κάτι, όπως μια δουλειά, άδεια να κάνω κάτι ή μια θέση σε ένα κολέγιο ή πανεπιστήμιο
Fill out the applications with capital letters.
- Συμπληρώστε τις αιτήσεις με κεφαλαία γράμματα.
I will try to push your application through to get the loan.
- Θα προσπαθήσω να προωθήσω την αίτησή σου για να πάρεις το δάνειο.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η πρακτική χρήση κάτι, ειδικά μιας θεωρίας, ανακάλυψης κτλ.
the applications of this theory/invention - οι εφαρμογές αυτής της θεωρίας/εφεύρεσης
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια
the application of an ointment - η εφαρμογή μιας αλοιφής
- (μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η ενέργεια του να εφαρμόζω έναν κανόνα ή νόμο
the strict application of the new law - η αυστηρή εφαρμογή του νέου νόμου
- (πληροφορική) η εφαρμογή, το πρόγραμμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη apply
Υπώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| application | applications |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- application < (κληρονομημένο) μέση γαλλική application < παλαιά γαλλική aplicacion < λατινική applicātiōnem, αιτιατική ενικού του applicatio
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: απλικασιόν με διαφορετική σημασία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.pli.ka.sjɔ̃/
- ⓘ
- ομόηχο: applications
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]application (fr) θηλυκό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- application - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- application - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Πληροφορική (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Ομόηχα (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Προγραμματισμός (γαλλικά)