παραίτηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | παραίτηση | οι | παραιτήσεις |
| γενική | της | παραίτησης* | των | παραιτήσεων |
| αιτιατική | την | παραίτηση | τις | παραιτήσεις |
| κλητική | παραίτηση | παραιτήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, παραιτήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραίτηση < αρχαία ελληνική παραίτησις < παραιτῶ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παραίτηση θηλυκό
- η οικειοθελής αποχώρηση από μια θέση εργασίας ή ένα αξίωμα
- υποβάλλω την παραίτησή μου
- η εγκατάλειψη μιας προσπάθειας
- η απώλεια της διάθεσης για νέες προσπάθειες
- ※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
η μελαγχολία τον οδήγησε σε παραίτηση από τη ζωή