παραίτηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραίτηση < αρχαία ελληνική παραίτησις < παραιτῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραίτηση θηλυκό

  1. η οικειοθελής αποχώρηση από μια θέση εργασίας ή ένα αξίωμα
    υποβάλλω την παραίτησή μου
  2. η εγκατάλειψη μιας προσπάθειας
  3. η απώλεια της διάθεσης για νέες προσπάθειες
    η μελαγχολία τον οδήγησε σε παραίτηση από τη ζωή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]