παραιτούμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παραιτούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραιτοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + αιτούμαι. Παραβάλετε τα παραιτώ, παρατώ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾeˈtu.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ραι‐τού‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]παραιτούμαι, στ.μέλλ.: θα παραιτηθώ, π.αόρ.: παραιτήθηκα, μτχ.π.π.: παραιτημένος
- εγκαταλείπω εκούσια την δουλειά μου
Του είπα πως είναι απαράδεκτο να με πληρώνουν μόνο 500 ευρώ, ενώ δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ. Αμέσως μετά τον ενημέρωσα πως παραιτούμαι.
- εγκαταλείπω μια προσπάθεια
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | παραιτούμαι | παραιτούμουν | θα παραιτούμαι | να παραιτούμαι | ||
| β' ενικ. | παραιτείσαι | παραιτούσουν | θα παραιτείσαι | να παραιτείσαι | ||
| γ' ενικ. | παραιτείται | παραιτούνταν | θα παραιτείται | να παραιτείται | ||
| α' πληθ. | παραιτούμαστε | παραιτούμασταν παραιτούμαστε |
θα παραιτούμαστε | να παραιτούμαστε | ||
| β' πληθ. | παραιτείστε | παραιτούσασταν παραιτούσαστε |
θα παραιτείστε | να παραιτείστε | παραιτείστε | |
| γ' πληθ. | παραιτούνται | παραιτούνταν | θα παραιτούνται | να παραιτούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | παραιτήθηκα | θα παραιτηθώ | να παραιτηθώ | παραιτηθεί | ||
| β' ενικ. | παραιτήθηκες | θα παραιτηθείς | να παραιτηθείς | παραιτήσου | ||
| γ' ενικ. | παραιτήθηκε | θα παραιτηθεί | να παραιτηθεί | |||
| α' πληθ. | παραιτηθήκαμε | θα παραιτηθούμε | να παραιτηθούμε | |||
| β' πληθ. | παραιτηθήκατε | θα παραιτηθείτε | να παραιτηθείτε | παραιτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | παραιτήθηκαν παραιτηθήκαν(ε) |
θα παραιτηθούν(ε) | να παραιτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω παραιτηθεί | είχα παραιτηθεί | θα έχω παραιτηθεί | να έχω παραιτηθεί | παραιτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις παραιτηθεί | είχες παραιτηθεί | θα έχεις παραιτηθεί | να έχεις παραιτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει παραιτηθεί | είχε παραιτηθεί | θα έχει παραιτηθεί | να έχει παραιτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε παραιτηθεί | είχαμε παραιτηθεί | θα έχουμε παραιτηθεί | να έχουμε παραιτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε παραιτηθεί | είχατε παραιτηθεί | θα έχετε παραιτηθεί | να έχετε παραιτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν παραιτηθεί | είχαν παραιτηθεί | θα έχουν παραιτηθεί | να έχουν παραιτηθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παραιτούμαι
|
Πηγές
[επεξεργασία]- παραιτούμαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παραιτούμαι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παρ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)