Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραιτούμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραιτούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραιτοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + αιτούμαι. Παραβάλετε τα παραιτώ, παρατώ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾeˈtu.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ραι‐τού‐μαι

παραιτούμαι, στ.μέλλ.: θα παραιτηθώ, π.αόρ.: παραιτήθηκα, μτχ.π.π.: παραιτημένος

  1. εγκαταλείπω εκούσια την δουλειά μου
    παράδειγμα Του είπα πως είναι απαράδεκτο να με πληρώνουν μόνο 500 ευρώ, ενώ δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ. Αμέσως μετά τον ενημέρωσα πως παραιτούμαι.
  2. εγκαταλείπω μια προσπάθεια

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]