waive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

waive (en)

  1. παραιτούμαι από κάτι, πχ ένα δικαίωμα ή ένα αγαθό