stand down

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

stand down (en)

  1. παραιτούμαι
  2. χαλαρώνω το επίπεδο ετοιμότητας για επίθεση ή επιβολή τάξης
  3. αναπαύομαι, ξεκουράζομαι