κόμιστρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμιστρο κόμιστρα
γενική κομίστρου κομίστρων
αιτιατική κόμιστρο κόμιστρα
κλητική κόμιστρο κόμιστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμιστρο < αρχαία ελληνική κόμιστρον < κομίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμιστρο ουδέτερο

  1. το ποσό που πληρώνει ο επιβάτης για να χρησιμοποιήσει ένα μεταφορικό μέσο, τα μεταφορικά έξοδα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]