payment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

payment < παλαιά γαλλική paiement. Μορφολογικά αναλύεται σε pay + -ment

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpeɪmənt/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
payment payments

payment (en)