fit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | fit |
| συγκριτικός | fitter |
| υπερθετικός | fittest |
fit (en)
- υγιής και ικανός, ειδικά επειδή κάνω τακτική σωματική άσκηση
I do exercises to keep fit.
- Κάνω ασκήσεις για να διατηρηθώ υγιής.
He is not fit for work/to travel yet.
- Δεν είναι ικανός για δουλειά/να ταξιδέψει ακόμα.
- κατάλληλος, άξιος, ενδεδειγμένος, σωστός
It isn’t fit to eat/to drink.- Δεν είναι κατάλληλο για φάγωμα/για πιόσιμο.
a meal fit for a king - γεύμα άξιο για βασιλιά
He is not fit for the position.
- Δεν είναι ενδεδειγμένος για τη θέση.
Do as you see fit.
- Κάνε ό,τι θεωρείς σωστό.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fit | fits |
fit (en)
- η προσαρμογή
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, για ρούχα
The dress is a perfect fit.
- Το φόρεμα έχει τέλεια εφαρμογή.
tight fit - στενή εφαρμογή (π.χ. για παντελόνι που είναι στενό από το σχεδιασμό του)
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | fit |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | fits |
| αόριστος | fit |
| παθητική μετοχή | fit |
| ενεργητική μετοχή | fitting |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
fit (en)
- (μεταβατικό & αμετάβατο, όχι στα continuous tenses) ταιριάζω, χωράω, στρώνω, είναι το σωστό σχήμα και μέγεθος για κάποιον ή κάτι
The shoes don’t fit me, they are small/big on me.
- Τα παπούτσια δε μου ταιριάζουν, μου είναι μικρά/μεγάλα.
I don’t find a lid that fits the container.
- Δε βρίσκω καπάκι που να ταιριάζει στο δοχείο.
The shoes are small, they don’t fit me.
- Τα παπούτσια είναι μικρά, δε μου χωράνε.
This shirt fits you nicely
- Στρώνει ωραία πάνω σου αυτό το πουκάμισο. (κυριολεκτικά: σου στρώνει ωραία)
- (αμετάβατο) χωράω, πηγαίνω, παίρνω, έχω το σωστό μέγεθος, τύπο ή αριθμό για να πάω κάπου
How much wine fits in this barrel?
- Πόσο κρασί χωράει αυτό το βαρέλι;
We all fit in the car./The car will fit all of us.
- Χωράμε όλοι στο αυτοκίνητο.
She has accumulated a lot of trash in the storage room and we can’t fit inside.
- Έχει συσσωρεύσει πολλή σαβούρα στην αποθήκη και δεν χωράμε να μπούμε.
The clothes must be compressed to fit into the suitcase.
- Πρέπει να συμπιεστούν τα ρούχα για να χωρέσουν στη βαλίτσα.
Will all these clothes fit into one suitcase?
- Θα πάνε/πάρει όλα αυτά τα ρούχα σε μια βαλίτσα;
- ≈ συνώνυμα: accommodate, go, hold, seat και take
- (μεταβατικό) βάζω κάτι κάπου
I am fitting a lock to a door.
- Βάζω κλειδαριά σε μια πόρτα.
- ταιριάζω
Πηγές
[επεξεργασία]- fit (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- fit (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- fit (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 135, 699-700, 984. ISBN 9780194325684., λήμμα: βάζω, πηγαίνω, χωρώ