hold
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hold | holds |
hold (en)
- (μη μετρήσιμο, ενικός) το κράτημα, το πιάσιμο, η ενέργεια του κρατώ
- (αθλητισμός) η λαβή, το κράτημα, το πιάσιμο με ορισμένο τρόπο του αντιπάλου στην πάλη
He overpowered his opponent with a hold.
- Εξουδετέρωσε τον αντίπαλο με μια λαβή.
She immobilized him with a jiu-jitsu hold.
- Τον ακινητοποίησε με μια λαβή ζίου ζίτσου.
He was unable to escape his opponent's hold and the referee stopped the fight.
- Δεν μπόρεσε να ξεφύγει από το κράτημα του αντιπάλου του και ο διαιτητής διέκοψε τον αγώνα.
a strong/skilled hold - γερό/τεχνικό πιάσιμο
- (μόνο ενικός) η επιρροή, η εξουσία, ο έλεγχος
- το στήριγμα, μέρος όπου μπορώ να βάλω τα χέρια ή τα πόδια μου όταν σκαρφαλώνω
The rock didn’t provide many holds for the climbers.
- Ο βράχος δεν πρόσφερε πολλά στηρίγματα στους ορειβάτες.
- το αμπάρι, χώρος για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα σε πλοίο ή αεροσκάφος
The holds filled with sea and the caïque began to sink.
- Τα αμπάρια γέμισαν θάλασσα και το καΐκι άρχισε να βουλιάζει.
- το κράτημα, η ικανότητα του αυτοκινήτου να κρατά σταθερούς τους τροχούς στο έδαφος
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hold |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | holds |
| αόριστος | held |
| παθητική μετοχή | held |
| ενεργητική μετοχή | holding |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
hold (en)
- κρατάω
- (μεταβατικό) χωράω, παίρνω, έχω αρκετό χώρο για κάτι ή κάποιον
- (μεταβατικό) κάνω, γίνομαι, έχω μια συνάντηση, διαγωνισμό, συνομιλία κτλ.
I’m holding a meeting.
- Κάνω μια συγκέντρωση.
We hold parliamentary elections every 4 years.
- Κάνουμε βουλευτικές εκλογές κάθε 4 χρόνια.
In my school, all classes are held in Greek.
- Στη σχολή μου, όλα τα μαθήματα γίνονται στα ελληνικά.
Where will the ceremony be held?
- Πού θα γίνει η τελετή;
- (μεταβατικό) κατέχω μια θέση
He holds a key position in the business/in the government.
- Κατέχει μια θέση κλειδί στην επιχείρηση/στην κυβέρνηση.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- hold (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- hold (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 643-644, 984. ISBN 9780194325684., λήμμα: παίρνω, χωρώ