hold

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hold holds

hold (en)

  1. κράτημα, λαβή
  2. κράτημα (για τα μαλλιά, κόμμωση)
  3. το συνολικό ποσό που παίζεται σε ένα στοίχημα
  4. χώρος για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα σε πλοίο (αμπάρι) ή αεροσκάφος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας hold
γ΄ ενικό ενεστώτα holds
αόριστος held
παθητική μετοχή held
ενεργητική μετοχή holding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hold (en)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]