αμπάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπάρι αμπάρια
γενική αμπαριού αμπαριών
αιτιατική αμπάρι αμπάρια
κλητική αμπάρι αμπάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπάρι < τουρκική ambar + < περσική انبار (ambār: μαγαζί, (σιτ)αποθήκη, δεξαμενή) < παλαιοπερσικά hmbʾl (hambār: μαγαζί, αποθήκη) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sem- (μαζί) + *bʰer- (μεταφέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπάρι ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) (ναυπηγικός όρος) εσωτερικός χώρος πλοίου που χρησιμεύει για την εναπόθεση συσκευασμένων ή χύμα εμπορευμάτων, εκτός υγρών.
    τα αντίστοιχα αμπάρια των δεξαμενόπλοιων καλούνται δεξαμενές
  2. (κατ’ επέκταση) (παρωχημένο) αποθήκη (σιτηρών)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]