αποθήκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αποθήκη | οι | αποθήκες |
| γενική | της | αποθήκης | των | αποθηκών |
| αιτιατική | την | αποθήκη | τις | αποθήκες |
| κλητική | αποθήκη | αποθήκες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποθήκη.[1] Μορφολογικά, δείτε (από) απο- + -θήκη
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.poˈθi.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πο‐θή‐κη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αποθήκη θηλυκό
- χώρος (κτίριο ή μέρος κτιρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, όπως εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν
- ※ H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 )
- ※ Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
- κατάστημα χονδρικής πώλησης
- στρατιωτική μονάδα ανεφοδιασμού
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία] Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που λήγουν σε «-αποθήκη»
όπως ενδεικτικά
- Όροι με αποθήκη — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αποθήκη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -θήκη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)