holding

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʔɔl.diŋ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
holding holdings

holding (fr) αρσενικό

  1. το χόλντινγκ