take in

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας take in
γ΄ ενικό ενεστώτα takes in
αόριστος took in
παθητική μετοχή taken in
ενεργητική μετοχή taking in

Ετυμολογία [επεξεργασία]

→ δείτε τις λέξεις take και in

Ρήμα[επεξεργασία]

take in (en)

  • αναλαμβάνω
    He was left orphaned at 12, but his uncle took him in.
    Έμεινε ορφανός στα 12, αλλά τον ανέλαβε ο θείος του.