deceive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

deceive < μέση αγγλική deceyven < παλαιά γαλλική decever, decevoir < λατινική dēcipiō (ξεγελάω, παρασύρω, παγιδεύω) < dē- + capiō (αδράχνω, αφαρπάζω) [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɪˈsiːv/
Ήχος (ΗΠΑ) 

Ρήμα[επεξεργασία]

deceive (en)

  1. παραπλανώ κάποιον ωστέ να κάνει κάτι
    flat-earthers deceive people into thinking that the Earth is flat - οι επιπεδιστές παραπλανούν τον κόσμο ωστέ να πιστεύουν πως η Γη είναι επίπεδη
  2. εξαπατώ, ξεγελάω κάποιον
    he deceived Chris and spent his money on useless things - εξαπάτησε τον Χρήστο και ξόδεψε τα χρήματα του για άχρηστα πράγματα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. deceive - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)