παρασύρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρασύρω < αρχαία ελληνική παρασύρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ˈsi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρασύρω και παρασέρνω, παρατ.: παρέσυρα, στιγμ. μέλλ.: θα παρασύρω, αόρ.: παρέσυρα , παθ.φωνή: παρασύρομαι , μτχ.π.π.: παρασυρμένος

  1. με τη δική μου κίνηση αναγκάζω κάτι άλλο να κινηθεί μαζί μου (για ρεύμα νερού, αέρα, κινούμενη μάζα ανθρώπων κλπ)
    το δυνατό ρεύμα μάς παρέσυρε στα βαθιά
    ασυνείδητος οδηγός παρέσυρε (με το αυτοκίνητό του) και τραυμάτισε ελαφρά έναν περαστικό
  2. επηρεάζω κάποιον να κάνει κάτι, συνήθως προς αρνητική κατεύθυνση
    οι κακές παρέες τον παρασύρουν σε παραβατικές συμπεριφορές

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

παρασύρω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
  2. θα παρασύρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρασέρνω