παγιδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παγιδεύω < ελληνιστική κοινή παγιδεύω < αρχαία ελληνική παγίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ʝi.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

παγιδεύω, παρατ.: παγίδευα, στιγμ. μέλλ.: θα παγιδεύσω και παγιδέψω, αόρ.: παγίδευσα και παγίδεψα , παθ.φωνή: παγιδεύομαι , μτχ.π.π.: παγιδευμένος

  1. ΄(για ζώα ή ανθρώπους) οδηγώ κάποιον που καταδιώκω σε μια παγίδα και τον συλλαμβάνω
    οι λαθροθήρες παγίδευσαν μια αρκούδα
  2. (μεταφορικά) ενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να μην έχει δυνατότητα αντίδρασης και τον ωθώ έτσι σε λανθασμένες ενέργειες
    η άλλη πλευρά προσπάθησε κατά τις διαπραγματεύσεις να μας παγιδεύσει με νομικίστικα τερτίπια
  3. προετοιμάζω και τοποθετώ κάπου έναν μηχανισμό για να προκαλέσω ζημιά
    είχαν παγιδεύσει την πόρτα με εκρηκτικά
    η γυναίκα του τον κατηγορούσε ότι είχε παγιδεύσει το τηλέφωνό της για να την παρακολουθεί

32πχ Μεταφράσεις[]