bug

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bug (en)

  1. (εντομολογία) κοριός (το έντομο και η συσκευή παρακολούθησης)
  2. (πληροφορική) σφάλμα προγραμματισμού, συνήθως μικροσφάλμα, κόλλημα (συνήθως αφορά μικρό σφάλμα, αλλά μπορεί να έχει μεγάλες συνέπειες αν δεν διορθωθεί• οι μεγάλες βλάβες και τα μεγάλα σφάλματα κώδικα δεν αποκαλούνται bugs)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: glitch

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bug (en)

  1. ενοχλώ
  2. βάζω "κοριό" για να παρακολουθήσω κάποιον