bug

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bug (en)

  1. (εντομολογία) κοριός (το έντομο και η συσκευή παρακολούθησης)
  2. (πληροφορική) σφάλμα προγράμματος, συνήθως δύσκολο στον εντοπισμό του
    Συνώνυμα: defect, glitch

Ρήμα[επεξεργασία]

bug (en)

  1. ενοχλώ
  2. βάζω "κοριό" για να παρακολουθήσω κάποιον

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • bug στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια