admire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

admire (en)


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ad.miʁ/

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

admire (fr), από το ρήμα admirer

  1. στο πρώτο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής και της υποτακτικής
  2. στο τρίτο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής και της υποτακτικής
  3. στο δεύτερο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της προστακτικής

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]