Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιδρώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀντιδρῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιδρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιδρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιδράω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réagir.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + δρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.diˈðɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αντιδρώ

αντιδρώ, πρτ.: αντιδρούσα, αόρ.: αντέδρασα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου
      Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
    παράδειγμα  στα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης οι εργαζόμενοι αντέδρασαν με απεργίες
     συνώνυμα: αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
  2. συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά σε κάποιο ερέθισμα
    παράδειγμα  δεν ανησυχώ για το πώς θα αντιδράσει: είναι σίγουρο ότι θα χαρεί
  3. (χημεία) συμμετέχω σε μια χημική αντίδραση
  4. (φυσιολογία) ανταποκρίνομαι σε κάποιο ερέθισμα
    παράδειγμα  έχει εθιστεί στα παυσίπονα και ο οργανισμός του πια δεν αντιδρά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη δρω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]