αντιδραστήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντιδραστήριο αντιδραστήρια
γενική αντιδραστηρίου αντιδραστηρίων
αιτιατική αντιδραστήριο αντιδραστήρια
κλητική αντιδραστήριο αντιδραστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιδραστήριο < καθαρεύουσα αντιδραστήριον < αντιδρώ + -τήριον ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réactif)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιδραστήριο ουδέτερο

  1. (χημεία) γνωστή χημική ένωση ή ουσία που προστίθεται σ’ ένα σύστημα, προκειμένου να ελεγχθεί, να μελετηθεί ή να ταυτοποιηθεί με την χημική αντίδραση που θα προκληθεί άλλη (ή άλλες) άγνωστη χημική ουσία
  2. χημικές ενώσεις αποθηκευμένες σε μπουκάλι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]